ΚΑΤΑΘΛΙΨΗ

Η κατάθλιψη είναι μια από τις συχνότερες ψυχικές διαταραχές και προσβάλλει περίπου το 15% του πληθυσμού σε κάποια στιγμή της ζωής του, συχνότερα τις γυναίκες απ’ ότι τους άνδρες, με αναλογία 2:1. Σύμφωνα με στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας κατέχει την 4η θέση μεταξύ των ασθενειών με τη μεγαλύτερη συνολική επιβάρυνση στην προσωπική επαγγελματική και κοινωνική ζωή του ατόμου και υπολογίζεται ότι θα αναρριχηθεί στην 2η θέση της κατάταξης μέχρι το 2020.

Η κατάθλιψη χαρακτηρίζεται από βαθιά καταθλιπτικό συναίσθημα, που μπορεί να είναι χειρότερο το πρωί (γεγονός που κάνει το άτομο ν’ αναφέρει ότι με το ξημέρωμα έχει μπροστά του «μια μέρα βουνό») και δεν ανταποκρίνεται σε ευχάριστα ερεθίσματα από το περιβάλλον. Συνοδεύεται συχνά από αδυναμία άντλησης ικανοποίησης από καταστάσεις και δραστηριότητες οι οποίες στο παρελθόν προσέφεραν χαρά («ανηδονία»). Οι ασθενείς συχνά παραπονούνται για εύκολη κόπωση, μειωμένη αυτοεκτίμηση, δυσκολία στη συγκέντρωση ή στη λήψη αποφάσεων, ενώ η καθημερινότητά τους επιβαρύνεται από διαταραχές ύπνου (συχνότερα δυσκολία στην έλευση και συντήρηση του ύπνου, αλλά και πρώιμη αφύπνιση), διαταραχές όρεξης και μεταβολή του σωματικού βάρους, μειωμένη σεξουαλική επιθυμία και συχνά μη ειδικά συμπτώματα, πχ. δυσκοιλιότητα, βάρος/ πόνος στο στήθος, κεφαλαλγία κλπ. Περίπου 70% των ατόμων αναφέρουν ενασχόληση με το θάνατο, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε ευχές θανάτου, ή ακόμη και σε αυτοκτονικό ιδεασμό που τελικά καταλήγει σε αυτοκτονία στο 10-15% των ασθενών. Τα προαναφερθέντα συμπτώματα είναι παρόντα σχεδόν καθημερινά, για το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας, επί τουλάχιστον 15 ημέρες.

Η κατάθλιψη διαφέρει από το κοινό καταθλιπτικό συναίσθημα -που είναι απότοκο γεγονότων ζωής κι αποτελεί αναπόσπαστη εμπειρία της ζωής όλων των ανθρώπων- και συνιστά μια κατάσταση από την οποία οι άνθρωποι δε μπορούν ν’ απαλλαγούν από μόνοι τους. Με τα σύγχρονα θεραπευτικά μέσα συνιστά μια νόσο η οποία μπορεί ν’ αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά από τον ειδικό, είτε με αντικαταθλιπτικά φάρμακα (περιπτώσεις σοβαρής κατάθλιψης), είτε με ψυχοθεραπευτικές μεθόδους (περιπτώσεις ήπιας ή μέτριας κατάθλιψης), είτε με συνδυασμό των δύο, οδηγώντας σε πλήρη ύφεση των συμπτωμάτων κι αποκατάσταση της λειτουργικότητας του ατόμου και της ποιότητας της ζωής του. Ωστόσο, μόνο το 10-25% των ασθενών υποβάλλονται σε θεραπευτική αγωγή, είτε γιατί δυσκολεύονται να συνειδητοποιήσουν ότι πάσχουν από μια θεραπεύσιμη ασθένεια, είτε γιατί λανθασμένα θεωρούν ότι ένα άτομο με «ισχυρή θέληση» μπορεί να ξεπεράσει μόνο του τη νόσο, είτε εξαιτίας μύθων και παρανοήσεων που αφορούν τη θεραπεία (ο μύθος ότι τα αντικαταθλιπτικά προκαλούν εθισμό κι αλλάζουν την προσωπικότητα του ατόμου, ενώ κάτι τέτοιο δεν ισχύει στην πραγματικότητα).