Άρθρα

ΑΛΚΟΟΛΙΣΜΟΣ

Το αλκοόλ είναι η πλέον διαδεδομένη, νόμιμη εθιστική ουσία και περίπου 30% των ατόμων που το καταναλώνουν συστηματικά παρουσιάζουν προβλήματα που συνδέονται με τη χρήση του. Ο αλκοολισμός αλλάζει τη δομή και τον τρόπο λειτουργίας του εγκεφάλου, συνιστώντας μια χρόνια, αλλά θεραπεύσιμη ψυχική διαταραχή, στην εκδήλωση της οποίας συμβάλλουν κι αλληλεπιδρούν γενετικοί, ψυχολογικοί, οικογενειακοί και κοινωνικοί παράγοντες.

Τα συνιστώμενα όρια ασφαλείας για το ποτό είναι <14 μονάδες αλκοόλ για τις γυναίκες και <21 μονάδες για τους άνδρες μοιρασμένες μέσα στην εβδομάδα. Η κατ’ εξακολούθηση κατανάλωση αλκοόλ πάνω από αυτά τα επίπεδα μπορεί έχει σοβαρές σωματικές και ψυχοκοινωνικές συνέπειες, όπως νευρολογικές βλάβες (περιφερική νευροπάθεια, μυοπάθεια, μνημονική εξασθένηση, παρεγκεφαλιδική εκφύλιση κλπ.), γαστρεντερικές διαταραχές (γαστρίτιδα, πεπτικό έλκος, χρόνια παγκρεατίτιδα, λιπώδης διήθηση ήπατος, κίρρωση ήπατος κλπ.), καρδιαγγειακά νοσήματα (μυοκαρδιοπάθεια, αύξηση τριγλυκεριδίων και LDL-χοληστερόλης) και κατάθλιψη (σε μικρές ποσότητες το αλκοόλ έχει αγχολυτική δράση, εντούτοις η υπερβολική κατανάλωση έχει καταθλιπτική επίδραση στο συναίσθημα).

Η εξάρτηση από το αλκοόλ αφορά άτομα που εθίζονται σωματικά στο οινόπνευμα κι εμφανίζουν σωματικά συμπτώματα στέρησης όταν διακόψουν τη λήψη της ουσίας. Κατά την κρίσιμη περίοδο μετάβασης από τη χρόνια χρήση στην εξάρτηση, η κατανάλωση αλκοόλ είναι υπερβολική, ενώ πολλοί αλκοολικοί αλλάζουν συνήθειες, πίνουν πλέον μόνοι τους και μπορεί ν’ αποθηκεύουν ή να κρύβουν τα ποτά σπίτι τους. Σταδιακά προκύπτουν σοβαρές δυσκολίες καθώς ίσως διαταράσσονται σημαντικές διαπροσωπικές σχέσεις, προκύπτουν προβλήματα στο χώρο εργασίας ή ακόμα κι εμπλοκή με το νόμο (πχ. λόγω οδήγησης υπό κατάσταση μέθης). Η περαιτέρω πορεία περιλαμβάνει εναλλασσόμενες περιόδους σοβαρών προβλημάτων από το αλκοόλ και περιόδους ελεγχόμενης κατανάλωσης που όμως δεν έχουν διάρκεια.

Η θεραπευτική προσέγγιση συνιστά σύνθετη και πολύπλευρη διαδικασία που σχεδιάζεται εξατομικευμένα με γνώμονα το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον του ασθενούς, το στάδιο επιθυμίας κι ετοιμότητάς του για θεραπεία, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των αναγκών και προβλημάτων (παθολογικών, ψυχολογικών, κοινωνικών) που προέκυψαν μέσα από τη χρήση. Σε επίπεδο ιατρείου αντιμετωπίζεται αποτελεσματικά το σύνολο των ατόμων που έχουν τη δυνατότητα συμμόρφωσης στη θεραπεία και συστηματικής παρακολούθησης.

ΑΝΟΙΕΣ – ΝΟΣΟΣ ALZHEIMER

Δεδομένου ότι ο πληθυσμός γηράσκει παγκοσμίως, η άνοια θεωρείται ήδη επιδημική και συγκαταλέγεται στις 10 πρώτες αιτίες που προκαλούν ανικανότητα στις αναπτυγμένες χώρες, αποτελώντας το 4ο κατά σειρά αίτιο θανάτου μετά τις καρδιοπάθειες, τον καρκίνο και τα αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια. Από άνοια νοσούν 2-6% των ηλικιωμένων άνω των 65 ετών και 20% των ατόμων άνω των 85 ετών, δηλαδή η άνοια φαίνεται να διπλασιάζει τα ποσοστά της μετά τα 60 έτη ανά 5ετία.

Η νόσος Alzheimer συνιστά τα 2/3 επί στου συνόλου των ανοιών κι ακολουθούν η Αγγειακή Άνοια (15-30%), η Άνοια με σωμάτια Lewy (4.6-21.7%), η Μετωποκροταφική Άνοια (5%) κι άλλες μορφές Άνοιας (5%).

Νόσος Alzheimer

Η Νόσος Alzheimer χαρακτηρίζεται από ύπουλη και σταδιακή έναρξη. Στην πλειοψηφία των ασθενών η πρόσφατη μνήμη και η εκμάθηση νέων πληροφοριών πλήττονται πρώτα. Η τάση των ασθενών να ξεχνούν γίνεται σταδιακά πιο έντονη και μπορεί να δυσκολεύονται να βρουν τις κατάλληλες λέξεις για συγκεκριμένα αντικείμενα. Προοδευτικά τα άτομα φαίνεται να «ζουν στο παρελθόν», αρχίζουν ν’ αποδιοργανώνονται και να χάνουν την ικανότητά τους να φέρουν σε πέρας καθημερινές δραστηριότητες. Καθώς εξελίσσεται η διαταραχή οι ασθενείς γίνονται απαθείς, μπορεί να μην είναι σε θέση να αναγνωρίζουν οικεία τους άτομα, ενώ ενδέχεται να χάσουν κάθε ικανότητα αυτοφροντίδας απαιτώντας νοσηλευτικού τύπου υποστήριξη (ο ασθενής χρειάζεται να τον πλένουν, να τον ντύνουν, να του προσφέρουν τροφή).

Η αιτιολογία της νόσου παραμένει άγνωστη, μολονότι έχει βρεθεί γενετική συνιστώσα. Η απεικόνιση του νευρικού συστήματος αναδεικνύει εγκεφαλική ατροφία, με διάταση των πλαγίων κοιλιών του εγκεφάλου και διεύρυνση των αυλάκων. Η παθολογοανατομική εξέταση αποκαλύπτει νευροϊνιδιακούς θυσσάνους και πλάκες αμυλοειδούς. Επίσης υπάρχει έλλειμμα στη χολινεργική μεταβίβαση.

Η θεραπευτική παρέμβαση στην Άνοια συνιστά μια εξατομικευμένη διαδικασία που στόχο έχει την ανακούφιση από τα συμπτώματα της νόσου, τη βελτίωση της ποιότητας ζωής των ασθενών και του οικείου περιβάλλοντος και την επιβράδυνση της πορείας της. Δεδομένου ότι πρόκειται για μια εκφυλιστική διεργασία δεν υπάρχει ειδική αγωγή που να επιτυγχάνει ν’ ανακόψει την εξέλιξη της νόσου. Ιδιαίτερη μέριμνα πρέπει να λαμβάνεται για τους φροντιστές των ασθενών με Άνοια, οι οποίοι συχνά επιβαρύνονται από τη ματαίωση, την εξουθένωση και το πρώιμο πένθος. Χρησιμοποιείται συνδυασμός φαρμακευτικών και μη φαρμακευτικών θεραπειών ανάλογα με τα συμπτώματα του ασθενούς αλλά και το στάδιο της νόσου.

ΚΑΤΑΘΛΙΨΗ

Η κατάθλιψη είναι μια από τις συχνότερες ψυχικές διαταραχές και προσβάλλει περίπου το 15% του πληθυσμού σε κάποια στιγμή της ζωής του, συχνότερα τις γυναίκες απ’ ότι τους άνδρες, με αναλογία 2:1. Σύμφωνα με στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας κατέχει την 4η θέση μεταξύ των ασθενειών με τη μεγαλύτερη συνολική επιβάρυνση στην προσωπική επαγγελματική και κοινωνική ζωή του ατόμου και υπολογίζεται ότι θα αναρριχηθεί στην 2η θέση της κατάταξης μέχρι το 2020.

Η κατάθλιψη χαρακτηρίζεται από βαθιά καταθλιπτικό συναίσθημα, που μπορεί να είναι χειρότερο το πρωί (γεγονός που κάνει το άτομο ν’ αναφέρει ότι με το ξημέρωμα έχει μπροστά του «μια μέρα βουνό») και δεν ανταποκρίνεται σε ευχάριστα ερεθίσματα από το περιβάλλον. Συνοδεύεται συχνά από αδυναμία άντλησης ικανοποίησης από καταστάσεις και δραστηριότητες οι οποίες στο παρελθόν προσέφεραν χαρά («ανηδονία»). Οι ασθενείς συχνά παραπονούνται για εύκολη κόπωση, μειωμένη αυτοεκτίμηση, δυσκολία στη συγκέντρωση ή στη λήψη αποφάσεων, ενώ η καθημερινότητά τους επιβαρύνεται από διαταραχές ύπνου (συχνότερα δυσκολία στην έλευση και συντήρηση του ύπνου, αλλά και πρώιμη αφύπνιση), διαταραχές όρεξης και μεταβολή του σωματικού βάρους, μειωμένη σεξουαλική επιθυμία και συχνά μη ειδικά συμπτώματα, πχ. δυσκοιλιότητα, βάρος/ πόνος στο στήθος, κεφαλαλγία κλπ. Περίπου 70% των ατόμων αναφέρουν ενασχόληση με το θάνατο, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε ευχές θανάτου, ή ακόμη και σε αυτοκτονικό ιδεασμό που τελικά καταλήγει σε αυτοκτονία στο 10-15% των ασθενών. Τα προαναφερθέντα συμπτώματα είναι παρόντα σχεδόν καθημερινά, για το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας, επί τουλάχιστον 15 ημέρες.

Η κατάθλιψη διαφέρει από το κοινό καταθλιπτικό συναίσθημα -που είναι απότοκο γεγονότων ζωής κι αποτελεί αναπόσπαστη εμπειρία της ζωής όλων των ανθρώπων- και συνιστά μια κατάσταση από την οποία οι άνθρωποι δε μπορούν ν’ απαλλαγούν από μόνοι τους. Με τα σύγχρονα θεραπευτικά μέσα συνιστά μια νόσο η οποία μπορεί ν’ αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά από τον ειδικό, είτε με αντικαταθλιπτικά φάρμακα (περιπτώσεις σοβαρής κατάθλιψης), είτε με ψυχοθεραπευτικές μεθόδους (περιπτώσεις ήπιας ή μέτριας κατάθλιψης), είτε με συνδυασμό των δύο, οδηγώντας σε πλήρη ύφεση των συμπτωμάτων κι αποκατάσταση της λειτουργικότητας του ατόμου και της ποιότητας της ζωής του. Ωστόσο, μόνο το 10-25% των ασθενών υποβάλλονται σε θεραπευτική αγωγή, είτε γιατί δυσκολεύονται να συνειδητοποιήσουν ότι πάσχουν από μια θεραπεύσιμη ασθένεια, είτε γιατί λανθασμένα θεωρούν ότι ένα άτομο με «ισχυρή θέληση» μπορεί να ξεπεράσει μόνο του τη νόσο, είτε εξαιτίας μύθων και παρανοήσεων που αφορούν τη θεραπεία (ο μύθος ότι τα αντικαταθλιπτικά προκαλούν εθισμό κι αλλάζουν την προσωπικότητα του ατόμου, ενώ κάτι τέτοιο δεν ισχύει στην πραγματικότητα).

ΨΥΧΩΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ – ΣΧΙΖΟΦΡΕΝΕΙΑ

Οι ψυχώσεις συνιστούν μια ομάδα διαταραχών με κοινό χαρακτηριστικό τη διαταραγμένη αντίληψη της πραγματικότητας, οι οποίες επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο το άτομο αντιλαμβάνεται κι ερμηνεύει τον εαυτό του, τους άλλους και τα γεγονότα. Στην ομάδα του σχιζοφρενικού κι ευρύτερου ψυχωσικού φάσματος περιλαμβάνονται, εκτός από τη σχιζοφρένεια, η σχιζοφρενικόμορφη διαταραχή, η σχιζοσυναισθηματική διαταραχή, η βραχεία ψυχωτική διαταραχή, η παραληρητική διαταραχή, ουσιοεπαγόμενες ψυχωτικές διαταραχές (προκαλούμενες από τη χρήση ουσιών) και οι οφειλόμενες σε ιατρική κατάσταση ψυχωτικές διαταραχές.

Η σχιζοφρένεια συνιστά μια από τις σοβαρότερες και πλέον αινιγματικές ψυχικές διαταραχές και περισσότερο από κάθε άλλη συνδέεται με την ιστορική αναδρομή και την εδραίωση της Ψυχιατρικής ως αυτόνομης ιατρικής ειδικότητας. Πρόκειται για μια διαταραχή του εγκεφάλου με ισχυρότατο γενετικό υπόβαθρο, για την εκδήλωση της οποίας ευθύνεται η πολύπλοκη αλληλεπίδραση γενετικών και περιβαλλοντικών παραγόντων κινδύνου. Όπως το ίδιο το όνομά της υποδηλώνει, χαρακτηρίζεται από τη σχάση των ψυχονοητικών λειτουργιών που επηρεάζουν τη δομή και την οργάνωση της σκέψης, το συναίσθημα και τη συμπεριφορά του ατόμου.

Τα συμπτώματα της σχιζοφρένειας διακρίνονται σε θετικά (παραληρητικές ιδέες που μπορεί να είναι αλλόκοτες, ψευδαισθήσεις –ιδ. ακουστικές, διαταραχές ελέγχου και κατοχής της σκέψης), αρνητικά (μειωμένη αυτοφροντίδα, συναισθηματική αμβλύτητα μέχρι επιπέδωσης, πτωχεία λόγου, απάθεια, υποβουλησία) , αποδιοργανωτικά (απρόσφορες συναισθηματικές αντιδράσεις, εκτροχιασμός σκέψης, αποδιοργάνωση συμπεριφοράς κλπ) και γνωσιακά (αδυναμία συγκέντρωσης- προσοχής, διαταραχές μνήμης κλπ.). Η μέση ηλικία έναρξης είναι μεταξύ 15-35 ετών, με αναλογία ανδρών- γυναικών 1.4:1, ενώ από τη νόσο υπολογίζεται ότι νοσεί το 1% του γενικού πληθυσμού χωρίς διακρίσεις κοινωνικής τάξης, χώρας και πολιτισμού.

Παρά την ύπαρξη σύγχρονων κι αποτελεσματικών θεραπευτικών μεθόδων, η ελλιπής ενημέρωση και το στιγματιστικό φορτίο της νόσου συνιστούν τα μεγαλύτερα εμπόδια για την επιτυχή αντιμετώπιση και διαχείριση της σχιζοφρένειας, καθώς διαβρώνουν την αυτοεικόνα των ασθενών κι αποτελούν μια «δεύτερη νόσο» γι’ αυτούς, που αφενός βιώνουν τα συμπτώματα της διαταραχής κι αφετέρου τα συμπτώματα μιας κοινωνικής παθολογίας που κυριαρχείται από ταμπού, προκαταλήψεις, μύθους και πρακτικές αποκλεισμού. Στην πραγματικότητα, η σχιζοφρένεια αποτελεί μια νόσο που μπορεί με τις σύγχρονες θεραπευτικές μεθόδους να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά από τον ειδικό. Τα νεότερα (άτυπα) αντιψυχωτικά φάρμακα είναι ασφαλή, δεν προκαλούν εθισμό και οδηγούν τόσο στη βελτίωση ή πλήρη εξάλειψη των συμπτωμάτων της νόσου, όσο και στην πρόληψη υποτροπών, βοηθώντας σημαντικό ποσοστό ασθενών να ζουν μια σχεδόν φυσιολογική ζωή, να εργάζονται και να ζουν αυτόνομα στο πλαίσιο της κοινωνίας. Ουσιώδους σημασίας είναι η ολιστική προσέγγιση της νόσου (που αξιολογεί τόσο τις αδυναμίες, όσο και τις ιδιαίτερες ικανότητες των πασχόντων) αλλά και η ψυχοεκπαίδευση των ασθενών και των οικογενειών τους , η οποία προσφέρει ενημέρωση για τη φύση και την πορεία της σχιζοφρένειας, εκπαίδευση στην έγκαιρη αναγνώριση πρώιμων «προειδοποιητικών» συμπτωμάτων υποτροπής κι εξασφάλιση συμμόρφωσης στη θεραπεία.

ΑΓΧΩΔΕΙΣ ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ

Ενώ το φυσιολογικό άγχος παίζει σημαντικό ρόλο στη ζωή, δρώντας κινητοποιητικά κι αυξάνοντας τις επιδόσεις των φυσικών και νοητικών λειτουργιών, το υπέρμετρο ή παθολογικό άγχος δοκιμάζει έντονα τις αντοχές του οργανισμού οδηγώντας το άτομο σε λειτουργική έκπτωση.

Οι αγχώδεις διαταραχές, που είναι από τις πιο συχνές διαταραχές στο γενικό πληθυσμό, χαρακτηρίζονται από υπέρμετρο ή παθολογικό άγχος που κάνει τους πάσχοντες να υποφέρουν ή να δυσλειτουργούν. Περιλαμβάνουν τη διαταραχή πανικού κι αγοραφοβία, τη διαταραχή γενικευμένου άγχους, τη διαταραχή κοινωνικού άγχους, την ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή (OCD), τη διαταραχή στρες κατόπιν ψυχοτραυματισμού (PTSD) και τις ειδικές φοβίες.

  1. Διαταραχή πανικού

Η διαταραχή πανικού χαρακτηρίζεται από επαναλαμβανόμενες κρίσεις πανικού, επεισόδια δηλαδή έντονου φόβου ή άγχους που εμφανίζονται αιφνίδια και κορυφώνονται εντός λίγων λεπτών. Κατά τη διάρκεια των κρίσεων πανικού, το άτομο εμφανίζει σωματικά συμπτώματα (αίσθημα παλμών, ταχυκαρδία, εφίδρωση, δύσπνοια, αίσθημα πνιγμονής/ «κόμπο στο λαιμό», θωρακικό άλγος, ναυτία, ζάλη κλπ) αλλά και ψυχολογικά συμπτώματα (derealisation: αίσθημα σαν τα πάντα γύρω από το άτομο να είναι μη πραγματικά, depersonalization: αίσθημα σαν το άτομο να είναι αποκομμένο από τον εαυτό του, φόβος απώλειας ελέγχου του νου, φόβος τρέλας, φόβος επικείμενου θανάτου κλπ).

Ενώ τουλάχιστον μια κρίση πανικού θα εμφανίσει έως και 20% του γενικού πληθυσμού στη διάρκεια της ζωής του, 3.5% πάσχει από διαταραχή πανικού (επανειλημμένες κι απροσδόκητες προσβολές με ή χωρίς άγχος στα μεσοδιαστήματα) -με τις γυναίκες να πάσχουν 2 με 3 φορές συχνότερα συγκριτικά με τους άνδρες. Η διαταραχή πανικού μπορεί να συνοδεύεται από αγοραφοβία (άγχος ή φόβος του ατόμου να βρίσκεται σε δημόσια μέρη ή σε χώρους από τους οποίους η διαφυγή θα ήταν δύσκολη σε περίπτωση κρίσης πανικού) οδηγώντας το άτομο σταδιακά σε σημαντική λειτουργική έκπτωση, αφού προοδευτικά περιορίζεται και καταλήγει να «φυλακίζεται» στο σπίτι του.

  1. Διαταραχή γενικευμένου άγχους

Η διαταραχή γενικευμένου άγχους χαρακτηρίζεται από υπερβολικό άγχος κι ανησυχία για το μέλλον, που είναι παρόντα τις περισσότερες ημέρες μιας περιόδου τουλάχιστον 6 μηνών, οδηγώντας το άτομο να αναφέρει ότι τα «ελεύθερα άγχους» διαστήματα σχεδόν απουσιάζουν ή είναι ελάχιστα. Το άτομο αισθάνεται ότι αδυνατεί να ελέγξει το άγχος ή την ανησυχία του, ενώ συχνά παραπονείται για εύκολη κόπωση, διαταραχές ύπνου, δυσκολία συγκέντρωσης , αδυναμία χαλάρωσης κι ανησυχία (αίσθημα ότι το άτομο κάθεται σε «αναμμένα κάρβουνα»).

Πρόκειται για την πιο συχνή αγχώδη διαταραχή στον πληθυσμό ενηλίκων 55-85 ετών, με αναλογία ανδρών-γυναικών 1:2. Μπορεί να προκαλέσει σημαντική έκπτωση στη λειτουργικότητα των πασχόντων, ενώ έως και 66% των ασθενών εμφανίζει τουλάχιστον μια ακόμη ψυχική διαταραχή (κατάθλιψη, αγοραφοβία, κοινωνική φοβία, διαταραχή πανικού).

  1. Κοινωνική Φοβία

Η κοινωνική φοβία χαρακτηρίζεται από επίμονο φόβο του ατόμου για τις κοινωνικές καταστάσεις, στις οποίες θα μπορούσε να γίνει στόχος αρνητικής κριτικής. Ενώ ο φόβος ότι θα υπάρξει αρνητική κριτική σε δημόσιο χώρο είναι συνηθισμένος, στους πάσχοντες από Κοινωνική Φοβία είναι εκσεσημασμένος και μπορεί να αναπτύξουν σταδιακά χαμηλή αυτοεκτίμηση, αίσθημα κατωτερότητας κι ελλειμματικές κοινωνικές δεξιότητες που ενίοτε οδηγούν σε αξιοσημείωτη συμπεριφορά αποφυγής και σημαντικά προβλήματα στην καθημερινή ζωή με έκπτωση στη λειτουργικότητά τους.

  1. Ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή

Η ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή χαρακτηρίζεται από επίμονες σκέψεις ή εικόνες, τις οποίες το άτομο δυσκολεύεται να ελέγξει ή να βγάλει από το μυαλό του. Οι σκέψεις αυτές (ιδεοληψίες) είναι συνήθως δυσάρεστες και καθώς επιμένουν, το άτομο μπορεί να αναπτύξει συμπεριφορές (καταναγκασμούς), που αποσκοπούν στη μείωση του άγχους και της δυσφορίας που αυτές προκαλούν. Για παράδειγμα, αν οι ιδεοληψίες αφορούν θέματα βρωμιάς/ μόλυνσης, το άτομο μπορεί ν’ αρχίσει να πλένει επανειλημμένα τα χέρια του, προκειμένου ν’ ανακουφισθεί από το άγχος. Σε σοβαρές περιπτώσεις, το άτομο μπορεί να καταστεί σχεδόν ανάπηρο από τη διαταραχή, σε βαθμό που να μην είναι σε θέση ν’ ασχοληθεί με τίποτε άλλο, νιώθοντας συνεχώς την ανάγκη να εκτελεί συνεχώς συμπεριφορές ελέγχου (πχ. να περνά όλη τη μέρα καθαρίζοντας το σπίτι, εξαιτίας ιδεοληψιών σχετικών με τη βρωμιά ή τη μόλυνση).

  1. Διαταραχή στρες μετά από τραυματική εμπειρία

Η διαταραχή στρες κατόπιν ψυχοτραυματισμού χαρακτηρίζεται από έναν αστερισμό ψυχολογικών συμπτωμάτων που ακολουθούν μετά από έκθεση σε σοβαρό, ψυχοτραυματικό γεγονός (θάνατος, απειλή θανάτου, σοβαρός τραυματισμός, βιασμός κλπ.), που αφορούσε είτε στο ίδιο άτομο, είτε σε άλλους. Περιλαμβάνει επανειλημμένες αναβιώσεις (flashbacks) του γεγονότος με εικόνες, σκέψεις , όνειρα ή βραχείας διάρκειας παραισθήσεις ή ψευδαισθήσεις, συμπεριφορά αποφυγής (αποφυγή δραστηριοτήτων ή τόπων που ξυπνούν αναμνήσεις του γεγονότος) με μειωμένο ενδιαφέρον για συμμετοχή σε δραστηριότητες με άλλους ανθρώπους και σωματικά συμπτώματα υπερεγρήγορσης με διαταραχές ύπνου, δυσκολία συγκέντρωσης, αυξημένα αντακλαστικά αιφνιδιασμού κι ευερεθιστότητα. Η διαταραχή αναπτύσσεται συνήθως εντός 3-6 μηνών μετά από την ψυχοτραυματική εμπειρία.

  1. Ειδικές φοβίες

Η ειδική φοβία χαρακτηρίζεται από εκσεσημασμένο κι επίμονο φόβο αντικειμένων ή καταστάσεων, η έκθεση στα οποία εκλύει έντονο άγχος και αντίδραση πανικού, με αποτέλεσμα το άτομο να οδηγείται σε έντονη συμπεριφορά αποφυγής. Τουλάχιστον 8% του γενικού πληθυσμού έχει κάποια αναγνωρίσιμη ειδική φοβία, με πιο συνηθισμένες τη φοβία ζώων, τη φοβία στοιχείων του φυσικού περιβάλλοντος (ύψη, καταιγίδες κλπ.), τη φοβία αίματος/ τραύματος/ ένεσης και τη φοβία καταστάσεων (πχ. ταξίδι με αεροπλάνο, χρήση ασανσέρ). Σε πολλές περιπτώσεις η φοβία δε δημιουργεί τόσο σημαντικό πρόβλημα ώστε να απαιτεί θεραπεία.

ΔΙΠΟΛΙΚΗ ΔΙΑΤΑΡΑΧΗ

Η διπολική διαταραχή Ι (παλαιότερα «μανιοκατάθλιψη») χαρακτηρίζεται από ακραίες διακυμάνσεις στη διάθεση με εναλλαγή επεισοδίων μανίας και κατάθλιψης -μεταξύ των οποίων η διάθεση του ατόμου επιστρέφει στο φυσιολογικό. Προσβάλλει το 1% του πληθυσμού (με τους άνδρες και τις γυναίκες να προσβάλλονται εξίσου), με μέση ηλικία έναρξης μεταξύ 20-30 ετών. Πρόκειται για μια διαταραχή με ισχυρή γενετική συνιστώσα στην πορεία της οποίας ψυχοπιεστικά γεγονότα ζωής και στρεσογόνοι παράγοντες διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην πυροδότηση των επεισοδίων (ιδ. αρχικά). Διπολική διαταραχή ΙΙ ονομάζεται η κατάσταση στην οποία έχουν υπάρξει τουλάχιστον ένα καταθλιπτικό κι ένα υπομανιακό επεισόδιο στο ιστορικό του ασθενούς (χωρίς να έχει εμφανιστεί ποτέ εικόνα πλήρους ανανπτυγμένης μανίας).

Τα καταθλιπτικά συμπτώματα στη διπολική διαταραχή είναι ίδια με αυτά της κατάθλιψης, η μανία ωστόσο έχει χαρακτηριστική κλινική εικόνα: συνήθως προηγείται ολοένα αυξανόμενη ευφορική διάθεση λίγες ημέρες ή εβδομάδες πριν την εγκατάσταση του μανιακού επεισοδίου, ενίοτε με ευερεθιστότητα. Το άτομο γίνεται περισσότερο ομιλητικό κι ενεργητικό και χρειάζεται ολοένα και λιγότερο ύπνο. Έχει υπερβολική αυτοπεποίθηση, διακατέχεται από αίσθημα απεριόριστων δυνατοτήτων και προοπτικής επιτυχιών, μπορεί να καταστρώνει μεγαλεπήβολα σχέδια, να ξοδεύει ολοένα μεγαλύτερα χρηματικά ποσά και να εμφανίζει πολύ αυξημένη σεξουαλική διάθεση, με εμπλοκή σε κοινωνικά επιλήψιμες ή επικίνδυνες πρακτικές. Τελικά μπορεί να κινδυνεύσει εξαιτίας της διαταραχής της κρίσης του, αφού προβαίνει σε ανεύθυνες ή παρακινδυνευμένες ενέργειες, οι οποίες μπορεί να προκαλέσουν δυσφορία, κοινωνική απομόνωση, οικονομικά προβλήματα και ποικίλα ατυχήματα.

Η έναρξη της νόσου λαμβάνει χώρα είτε με μανιακό επεισόδιο (σπανιότερα), είτε με καταθλιπτικό (οπότε η διάγνωση της διπολικής διαταραχής θα τεθεί μεταγενέστερα με την εμφάνιση και του μανιακού επεισοδίου), κι ενώ μετά την αποδρομή του 1ου επεισοδίου το άτομο θα παραμείνει για μεγάλο διάστημα σε νορμοθυμία (συχνά πάνω από έτος), μετά την εμφάνιση και του 2ου επεισοδίου τα «φυσιολογικά» διαστήματα καθίστανται ολοένα και βραχύτερα.

Η θεραπεία της διπολικής διαταραχής είναι πρωτίστως φαρμακευτική με χρήση σταθεροποιητών διάθεσης (mood stabilisers), αντιεπιληπτικών (anticonvulsants) κι νεότερων (άτυπων) αντιψυχωσικών φαρμάκων, συχνά σε συνδυασμό. Στόχος είναι αφενός μεν η αντιμετώπιση των οξέων συμπτωμάτων κατάθλιψης ή μανίας με αποφυγή της κυκλικότητας (μετάπτωσης από τη μία φάση στην άλλη) κι αφετέρου η πρόληψη των υποτροπών με περιφρούρηση/ επιμήκυνση των διαστημάτων νορμοθυμίας, ώστε το άτομο να παραμένει ελεύθερο συμπτωμάτων και να μπορεί να ζήσει μια φυσιολογική ζωή, ανταποκρινόμενο στις δυνατότητες του και λειτουργώντας ικανοποιητικά στον κοινωνικό κι επαγγελματικό του ρόλο. Κεντρικό ρόλο διαδραματίζει η ψυχοεκπαίδευση του ασθενούς και των οικογένειάς του, η οποία προσφέρει ενημέρωση για τη φύση και την πορεία της νόσου, εκπαίδευση στην έγκαιρη αναγνώριση πρώιμων «προειδοποιητικών» συμπτωμάτων υποτροπής κι εξασφαλίζει τη συμμόρφωση στη θεραπεία, με στόχο να ενισχυθεί η μακροχρόνια σταθεροποίηση της διάθεσης και ν’ αποτραπεί η εμφάνιση νέων επεισοδίων.